Συγκοπή

Αιφνίδιος Καρδιακός Θάνατος

Το ήμισυ του γενικού πληθυσμού θα βιώσει τουλάχιστον ένα επεισόδιο απώλειας συνείδησης (συγκοπή) κατά τη διάρκεια της ζωής του. Στην πλειονότητά τους, τα επεισόδια είναι καλοήθη. Σε ένα μικρό ποσοστό ανθρώπων ωστόσο, ένα συγκοπικό επεισόδιο ενδέχεται να είναι προάγγελος αιφνιδίου θανάτου. Ενημερωθείτε για την αξιολόγηση της επικινδυνότητας ενός συγκοπικού επεισοδίου και για την πρόληψη του αιφνίδιου καρδιακού θανάτου στο παρακάτω άρθρο που ετοίμασε για εσάς η ομάδα του pericardium. Μπορείτε φυσικά, να επικοινωνήσετε μαζί μας ανά πάσα στιγμή.

Καρδιακή προσβολή
Απόφραξη που εμποδίζει την
κανονική ροή του αίματος στην καρδιά
Πρόβλημα κυκλοφορικό
Ο αθενής, συνήθως έχει τις αισθήσεις του
Καρδιακή ανακοπή
Δυσλειτουργία του καρδιακού
ηλεκτρικού συστήματος
Πρόβλημα ηλεκτρικό
Ο ασθενής δεν έχει τις αισθήσεις του

Καρδιακή προσβολή

Καρδιακή ανακοπή

Καρδιακή ανεπάρκεια

Τι είναι η συγκοπή;

Ως συγκοπή ορίζεται η παροδική απώλεια συνείδησης εξαιτίας καθολικής εγκεφαλικής υποάρδευσης, η οποία χαρακτηρίζεται από αιφνίδια έναρξη, βραχεία διάρκεια και αυτόματη, πλήρη ανάνηψη.

Πηγή: ESC 2018

ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΣΥΓΚΟΠΗΣ
Η συγκοπή μπορεί να ταξινομηθεί στις ακόλουθες τρεις κατηγορίες:


1. Αντανακλαστική συγκοπή (σε καταστάσεις όπως φόβος, πόνος, θέα αίματος, κατά την ούρηση ή την αφόδευση, κατά τη διάρκεια του ξυρίσματος στους άνδρες ή έπειτα από έντονες στροφικές κινήσεις της κεφαλής)


2. Συγκοπή εξαιτίας ορθοστατικής υπότασης (κυρίως ως παρενέργεια αντιϋπερτασικών φαρμάκων, διουρητικών, σε καταστάσεις αφυδάτωσης, λόγω δυσλειτουργίας του αυτόνομου νευρικού συστήματος σε ασθενείς με νόσο του Parkinson ή σε διαβητικούς)


3. Καρδιακή συγκοπή (ταχυαρρυθμίες-βραδυαρρυθμίες, δομικές καρδιοπάθειες όπως στένωση αορτικής βαλβίδας, καρδιακοί όγκοι ή γενετικές παθήσεις όπως υπερτροφική αποφρακτική μυοκαρδιοπάθεια.


ΠΡΟΣΟΧΗ!
Κάθε επεισόδιο παροδικής απώλειας συνείδησης ΔΕΝ είναι συγκοπή. Για παράδειγμα, απώλεια συνείδησης μπορεί να προκληθεί έπειτα από κρανιοεγκεφαλική κάκωση ή να οφείλεται σε νευρολογικά αίτια π.χ. στα πλαίσια επιληπτικής κρίσης.

ΕΠΙΔΗΜΙΟΛΟΓΙΑ
Η ετήσια συχνότητα εκδήλωσης (επίπτωση) της συγκοπής υπολογίζεται στο 2-4%. Η επίπτωση του πρώτου συγκοπικού επεισοδίου στη ζωή ενός ατόμου, συναρτήσει της ηλικίας, είναι διφασική. Τα συγκοπικά επεισόδια είναι ιδιαίτερα συχνά στις ηλικίες 10-30 ετών, παρατηρούνται σπάνια στη μέση ηλικία ενώ η συχνότητά τους αυξάνεται εκ νέου σε άτομα ηλικίας >65 ετών. Συνολικά, εκτιμάται ότι σχεδόν ο μίσος γενικός πληθυσμός θα βιώσει τουλάχιστον ένα συγκοπικό επεισόδιο κατά τη διάρκεια της ζωής του.

Πρόγνωση συγκοπής

Η συγκοπή δεν αποτελεί ξεχωριστή πάθηση αλλά είναι ένα σύμπτωμα. Ως εκ τούτου, η πρόγνωση των ασθενών εξαρτάται εν πολλοίς από την υποκείμενη πάθηση που οδηγεί στην απώλεια της συνείδησης και όχι από το ίδιο το επεισόδιο. Η αντανακλαστική συγκοπή καθώς και η οφειλόμενη σε ορθοστατική υπόταση, σπανίως είναι απειλητικές για τη ζωή. Συγκοπή σε νεαρό άτομο ενώ βρίσκεται σε όρθια θέση, χωρίς ασυνήθιστα εκλυτικά αίτια, χωρίς ατομικό ιστορικό καρδιοπάθειας ή οικογενειακό ιστορικό αιφνιδίου καρδιακού θανάτου και με φυσιολογικό ΗΚΓ, η πιθανότητα να είναι καρδιακής αιτιολογίας είναι πολύ μικρή.

Η συχνότητα εκδήλωσης αιφνιδίου καρδιακού θανάτου στο γενικό πληθυσμό ηλικίας <35 ετών υπολογίζεται σε μόλις 1-3 περιπτώσεις ανά 100.000 άτομα. Στον αντίποδα, ένα συγκοπικό επεισόδιο θεωρείται υψηλού κινδύνου, καθώς σχετίζεται με υψηλή θνητότητα και νοσηρότητα, όταν εκδηλώνεται σε ασθενή με δομική ή ηλεκτρική καρδιοπάθεια (καναλοπάθεια) όπως για παράδειγμα σε ασθενείς με παλαιό έμφραγμα μυοκαρδίου, υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια, σύνδρομο Brugada κτλ.

Ωστόσο, πέρα από τη συνολική επιβίωση, πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη και τον αντίκτυπο στην ποιότητα ζωής των ασθενών που βιώνουν συχνά συγκοπικά επεισόδια καθώς και τον κίνδυνο σοβαρών τραυματισμών, όταν αυτά συμβαίνουν π.χ. στην εργασία ή κατά τη διάρκεια της οδήγησης.

Μετά από ένα επεισόδιο απώλειας συνείδησης

Έπειτα από ένα επεισόδιο απώλειας συνείδησης, επισκεφθείτε τον καρδιολόγο σας. Ο ιατρός οφείλει πρωτίστως να διαπιστώσει εάν και κατά πόσο το εν λόγω επεισόδιο συνιστά συγκοπή και αναλόγως να το ταξινομήσει σε μία από τις ανωτέρω τρεις κατηγορίες. Η αρχική διερεύνηση περιλαμβάνει τη λεπτομερή λήψη ατομικού και οικογενειακού ιστορικού, τη φυσική εξέταση και το ΗΚΓ. 

Επί ενδείξεων, ο ιατρός μπορεί να συστήσει περαιτέρω διαγνωστικές εξετάσεις όπως υπερηχοκαρδιογράφημα, μαγνητική τομογραφία καρδιάς, Holter ρυθμού/πίεσης, δοκιμασία ανάκλησης (tilt test), ηλεκτροφυσιολογική μελέτη, δοκιμασία προκαϊναμίδης/φλεκαϊνίδης. Σε περιπτώσεις όπου ο αρχικός έλεγχος είναι μη διαγνωστικός, και ιδιαίτερα σε ασθενείς με πολύ αραιά συγκοπικά επεισόδια, σημαντική βοήθεια μπορεί να προσφέρει η εμφύτευση ενός καταγραφέα αγκύλης (εμφυτεύσιμο Holter ρυθμού). 

Οι τελευταίας γενιάς καταγραφείς αγκύλης είναι μικροσκοπικοί, η διαδικασία εμφύτευσης είναι ιδιαίτερα απλή, έχουν διάρκεια μπαταρίας 3 έτη και υποστηρίζουν καθημερινή, εξ αποστάσεως μετάδοση των δεδομένων που συλλέγουν, με τη χρήση ειδικού εξοπλισμού που παρέχεται από τον κατασκευαστή.

Η θεραπεία της συγκοπής

Η θεραπεία της συγκοπής υπαγορεύεται αφενός από την αιτία και αφετέρου από τη συχνότητα των επεισοδίων και την προβλεψιμότητά τους. Σε περίπτωση αντανακλαστικής συγκοπής ή οφειλόμενης σε ορθοστατική υπόταση, και ειδικά σε ασθενείς με σποραδικά επεισόδια και σαφώς αναγνωρίσιμους εκλυτικούς παράγοντες, ο ιατρός οφείλει να καθησυχάσει τον ασθενή και να τον συμβουλεύσει πώς να αναγνωρίζει –και συνεπώς να αποφεύγει– συμπεριφορές που μπορεί να οδηγήσουν στην εκδήλωση συγκοπής.

Απλοί χειρισμοί ενδέχεται να συμβάλλουν στην πρόληψη συγκοπικών επεισοδίων αντανακλαστικής φύσης, υπό την προϋπόθεση βέβαια, να προηγείται ικανής διάρκειας πρόδρομη συμπτωματολογία, ώστε να δίνεται στον ασθενή το χρονικό περιθώριο να αντιδράσει.

Σε ασθενείς με τεκμηριωμένη συγκοπή εξαιτίας ορθοστατικής υπότασης, το πρώτο βήμα είναι η αναπροσαρμογή της δόσης ή ακόμα και η πλήρης διακοπή φαρμάκων με αγγειοδιασταλτικές ιδιότητες. Επιπλέον, η χρήση ειδικών ελαστικών καλτσών διαβαθμισμένης πίεσης, ενδέχεται να ασκήσουν ευεργετική επίδραση, ελαττώνοντας τη συσσώρευση αίματος στα κατωφερέστερα μέρη του σώματος κατά την ορθοστάτηση.

Σε περίπτωση καρδιακής συγκοπής, ωστόσο, η προσέγγιση είναι τελείως διαφορετική. Αναλόγως της υποκείμενης καρδιοπάθειας, ο ασθενής ενδέχεται να χρειαστεί φαρμακευτική αγωγή, βηματοδότη, απινιδωτή, επέμβαση επαναιμάτωσης των στεφανιαίων αρτηριών ή κατάλυσης αρρυθμιογόνου εστίας (ablation) ή ακόμα και χειρουργική θεραπεία π.χ. αντικατάσταση αορτικής βαλβίδας.

Αιφνίδιος καρδιακός θάνατος

Ως αιφνίδιος θάνατος, ορίζεται ο μη τραυματικής αιτιολογίας, μη αναμενόμενος θάνατος, ο οποίος επισυμβαίνει εντός μιας ώρας από την έναρξη τυχόν συμπτωμάτων, σε ένα κατά τεκμήριο υγιές άτομο. Ειδικότερα, αιφνίδιος καρδιακός θάνατος, είναι ο αιφνίδιος θάνατος που επέρχεται σε ασθενή με γνωστή καρδιοπάθεια εν ζωή ή μετά θάνατον διαπίστωση, καρδιακής ή αγγειακής ανωμαλίας κατά τη νεκροψία/νεκροτομή.

ΕΠΙΔΗΜΙΟΛΟΓΙΑ
Το 2016, στις ΗΠΑ καταγράφηκαν >350.000 περιστατικά αιφνιδίου καρδιακού θανάτου. Με άλλα λόγια, περίπου 1 στους 7,5 Αμερικάνους που πέθαναν το ίδιο έτος, απεβίωσαν αιφνιδίως.

Πληθυσμός Αιφνίδιοι καρδιακοί θάνατοι (κύρια αιτία) Αιφνίδιοι καρδιακοί θάνατοι (κάθε αιτίας)
Άντρες (κάθε ηλικίας) 9.354 187.671
Γυναίκες (κάθε ηλικίας) 8.307 178.823
Σύνολο 17.661 366.494
Πληθυσμός Αιφνίδιοι καρδιακοί θάνατοι (κύρια αιτία) Αιφνίδιοι καρδιακοί θάνατοι (κάθε αιτίας)
Άντρες (κάθε ηλικίας) 9.354 187.671
Γυναίκες (κάθε ηλικίας) 8.307 178.823
Σύνολο 17.661 366.494
Τα νεογνά εμφανίζουν υψηλότερη επίπτωση αιφνίδιου καρδιακού θανάτου (≈13 θάνατοι ανά 100.000 ετησίως) σε σχέση με τα μεγαλύτερης ηλικίας παιδιά (1,1-2 θάνατοι ανά 100.000 ετησίως). Στους ενήλικες, ο κίνδυνος αιφνίδιου καρδιακού θανάτου αυξάνεται με την πρόοδο της ηλικίας, ξεπερνώντας τον αντίστοιχο των νεογνών στην ηλικία των 40 ετών (≈20 θάνατοι ανά 100.000 ετησίως).
pericardium-syncope-10-opt

Πρόγνωση

Ο αιφνίδιος καρδιακός θάνατος είναι συχνότερα αποτέλεσμα κακοηθών κοιλιακών ταχυαρρυθμιών.

Η επιβίωση ασθενών που εκδηλώνουν τέτοιου είδους αρρυθμίες εκτός νοσοκομειακού περιβάλλοντος είναι μόλις 10%, ενώ ακόμη χαμηλότερα είναι τα ποσοστά των ασθενών που επιβιώνουν μέχρι την έξοδό τους από το νοσοκομείο χωρίς υπολειμματική νευρολογική σημειολογία.
Ενήλικες Παιδιά
Επιβίωση μέχρι το εξιτήριο από το νοσοκομείο 10,4 % 11,1 %
Καλή λειτουργική κατάσταση κατά το εξιτήριο 8,4 % 9,9 %
Ενήλικες Παιδιά
Επιβίωση μέχρι το εξιτήριο από το νοσοκομείο 10,4 % 11,1 %
Καλή λειτουργική κατάσταση κατά το εξιτήριο 8,4 % 9,9 %

Αίτια

Τα αίτια που οδηγούν στην εκδήλωση αιφνίδιου καρδιακού θανάτου, μεταβάλλονται με την ηλικία. Στη νεογνική και βρεφική ηλικία κυριαρχούν οι συγγενείς καρδιοπάθειες, στα παιδιά και στους εφήβους η μυοκαρδίτιδα και γενετικές παθήσεις (μυοκαρδιοπάθειες, καναλοπάθειες) ενώ στους ενήλικες προοδευτικά τη μερίδα του λέοντος καταλαμβάνει η στεφανιαία νόσος.

0-2 ετών
3-13 ετών
14-24 ετών
25-35 ετών

Πρόληψη

Ασθενείς οι οποίοι έχουν επιβιώσει επεισοδίου κοιλιακής ταχυκαρδίας ή μαρμαρυγής συνοδευόμενο από αιμοδυναμική αστάθεια, έχουν εξ ορισμού πολύ υψηλή πιθανότητα εκδήλωσης αιφνιδίου καρδιακού θανάτου (δευτερογενής πρόληψη). Η περισσότερο πολυπληθής ομάδα, ωστόσο, απαρτίζεται από ασθενείς με υποκείμενη καρδιοπάθεια (γνωστή ή αδιάγνωστη), οι οποίοι διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο αιφνιδίου καρδιακού θανάτου σε σχέση με το γενικό πληθυσμό, παρά το γεγονός ότι δεν έχουν εκδηλώσει ακόμα συμπτώματα (πρωτογενής πρόληψη).

Γενικά, ο πιο αποτελεσματικός τρόπος πρόληψης αιφνιδίου καρδιακού θανάτου σε ασθενείς με δομική καρδιοπάθεια και σοβαρά επηρεασμένη συσταλτικότητα της αριστερής κοιλίας, είναι η εμφύτευση καρδιακού απινιδωτή. Σε ασθενείς με λιγότερη σοβαρή συστολική δυσλειτουργία, πρέπει να γίνει διαστρωμάτωση κινδύνου. Ένας ασθενής με μέτρια επηρεασμένη συσταλτικότητα της αριστερής κοιλίας και επεισόδια μη εμμένουσας κοιλιακής ταχυκαρδίας σε Holter ρυθμού ή συγκοπή, χρήζει περαιτέρω διερεύνησης με ηλεκτροφυσιολογική μελέτη.

Εφόσον κατά τη διάρκεια της ηλεκτροφυσιολογικής μελέτης αναπαραχθεί εμμένουσα κοιλιακή ταχυκαρδία, τότε ο ασθενής έχει ένδειξη προφυλακτικής εμφύτευσης απινιδωτή.

Λιγότερο καλά τεκμηριωμένη είναι η διαστρωμάτωση του αρρυθμιολογικού κινδύνου που διατρέχουν ασθενείς με σπανιότερες καταστάσεις όπως υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια, αρρυθμιογόνο δυσπλασία της δεξιάς κοιλίας, σύνδρομο μακρού QT, σύνδρομο Brugada κτλ. Σε αυτές τις περιπτώσεις χρειάζεται προσεκτική στάθμιση της σχέσης κινδύνου-οφέλους που απορρέει από την προφυλακτική εμφύτευση απινιδωτή.

Εμφυτεύσιμος καρδιακός απινιδωτής

Εμφυτεύσιμος απινιδωτής είναι μία ηλεκτρονική συσκευή, η οποία ανιχνεύει και ανατάσσει άμεσα επικίνδυνες για τη ζωή αρρυθμίες, όπως είναι η κοιλιακή ταχυκαρδία και η κοιλιακή μαρμαρυγή. Όλοι οι απινιδωτές είναι παράλληλα και βηματοδότες και είναι σε θέση να βηματοδοτήσουν την καρδιά σε περίπτωση σημαντικής επιβράδυνσης του καρδιακού ρυθμού.

Τι περιλαμβάνει

Ένας σύγχρονος απινιδωτής αποτελείται από μία γεννήτρια παλμών, η οποία έχει το μέγεθος ενός σπιρτόκουτου και ζυγίζει περίπου 70 γραμμάρια. Περιλαμβάνει ακόμη ένα ή περισσότερα ηλεκτρόδια τα οποία συνδέουν ηλεκτρικά τη γεννήτρια με την καρδιά.

Διαφλέβιος απινιδωτής

Στο αιμοδυναμικό εργαστήριο, υπό τοπική αναισθησία και μέθη, πραγματοποιείται τομή μήκους ολίγων εκατοστών στο δέρμα κάτω από την κλείδα, όπου διαμορφώνεται μία τεχνητή κοιλότητα (θήκη) η οποία θα υποδεχθεί τη συσκευή. Στη συνέχεια προωθούνται στην καρδιά διαμέσου της υποκλειδίου φλέβας ένα ή περισσότερα ηλεκτρόδια. Τα ηλεκτρόδια αυτά συνδέονται με τον απινιδωτή και ακολουθεί συρραφή του τραύματος. Η όλη διαδικασία διαρκεί περίπου 60-90 λεπτά και ο ασθενής μπορεί να πάρει εξιτήριο την επόμενη ημέρα.

Υποδόριος απινιδωτής

Σε ασθενείς που δεν υπάρχει διαφλέβια πρόσβαση (π.χ. συγγενείς καρδιοπάθειες, ιστορικό ενδοκαρδίτιδας, σύνδρομο άνω κοίλης φλέβας κτλ) υπάρχει η δυνατότητα εμφύτευσης ενός υποδόριου απινιδωτή. Δεν είναι, ωστόσο, όλοι οι ασθενείς κατάλληλοι υποψήφιοι για εμφύτευση υποδόριου απινιδωτή.

Η εξέλιξη των απινιδωτών

Οι γεννήτριες παλμών των σύγχρονων απινιδωτών είναι μικρότερες σε μέγεθος ενώ ταυτόχρονα διαθέτουν μπαταρίες με σημαντικά μεγαλύτερη διάρκεια ζωής σε σχέση με παλαιότερα μοντέλα.

Οι μοντέρνοι απινιδωτές, υποστηρίζουν τη διενέργεια ολοσωματικής μαγνητικής τομογραφίας σε μαγνητικό τομογράφο έντασης ≤3 Tesla. Επιπλέον παρέχουν τη δυνατότητα απομακρυσμένης (ασύρματης) παρακολούθησης του καρδιακού ρυθμού του ασθενή, με ειδικό εξοπλισμό που παρέχεται με τη συσκευή.

Τέλος, συγκεκριμένα μοντέλα υποστηρίζουν πλήρη καταγραφή της κολπικής δραστηριότητας, χωρίς την ανάγκη εμφύτευσης επιπλέον κολπικού ηλεκτροδίου (λιγότερες επιπλοκές, έγκαιρη ανίχνευση κολπικής μαρμαρυγής, λιγότερα ανεπιθύμητα shock).

Υπάρχουν εναλλακτικές θεραπείες;

Σε γενικές γραμμές τα αντιαρρυθμικά φάρμακα βρέθηκαν να είναι υποδεέστερα του απινιδωτή όσον αφορά την πρόληψη του αιφνιδίου καρδιακού θανάτου. Επιπλέον, η λήψη αντιαρρυθμικών φαρμάκων ενδέχεται να επιδεινώσει προϋπάρχουσες αρρυθμίες ή και να προκαλέσει νέες (προαρρυθμική δράση). Ωστόσο, η λήψη φαρμακευτικής αγωγής δεν εγκαταλείπεται μετά την εμφύτευση απινιδωτή.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Η εμφύτευση απινιδωτή αποτρέπει στις περισσότερες των περιπτώσεων τον αιφνίδιο καρδιακό θάνατο, ωστόσο δεν αναστέλλει την εκδήλωση κακοηθών κοιλιακών ταχυκαρδιών. Το τελευταίο επιτυγχάνεται με τροποποίηση του τρόπου ζωής, π.χ. αποχή από ανταγωνιστικά αθλήματα στους ασθενείς με υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια, αποφυγή συγκεκριμένων φαρμακευτικών σκευασμάτων σε ασθενείς με σύνδρομο μακρού QT ή σύνδρομο Brugada ή αντίθετα με τη λήψη και σταδιακή τιτλοποίηση της ενδεδειγμένης φαρμακευτικής αγωγής σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια.

Scroll Up